🇵🇱 pl el 🇬🇷

od czasu do czasu adverb

  /ɔt‿ˈt͡ʃasu dɔ‿ˈt͡ʃasu/
  • co jakiś czas, niezbyt regularnie lub niezbyt często
από καιρού εις καιρόν, από καιρό σε καιρό, κάπου κάπου, πότε πότε, κατά καιρούς
Wiktionary Links